Τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πα­ρα­τη­ρεῖ­ται σέ κρά­τη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων καί στό δι­κό μας, ἡ δι­είσ­δυ­ση τῶν λε­γο­μέ­νων «ἀ­να­το­λι­κῶν θρη­σκει­ῶν». Τῶν θρη­σκει­ῶν ἐ­κεί­νων πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό χῶ­ρες τῆς νο­τι­ο­α­να­το­λι­κῆς Ἀ­σί­ας, ὅ­πως ὁ Ἰν­δου­ι­σμός, ὁ Βου­δι­σμός, ὁ Τα­οϊ­σμός καί ὁ Κομ­φου­κι­α­νι­σμός. Στίς δυ­τι­κές κοι­νω­νί­ες, ὅ­μως, δέν με­τα­φέ­ρον­ται μέ τήν αὐ­θεν­τι­κή τους μορ­φή. Δη­λα­δή, ὡς ἄλ­λες θρη­σκεῖ­ες οὐ­σι­α­στι­κά ξέ­νες καί ἀ­συμ­βί­βα­στες μέ τόν Χρι­στι­α­νι­σμό. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μέ ποι­κί­λα προ­σω­πεῖ­α προ­κει­μέ­νου νά πα­γι­δεύ­σουν τούς ἀ­νυ­πο­ψί­α­στους ἀν­θρώ­πους.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα ἡ γι­όγ­κα. Πί­σω ἀ­πό τό προ­σω­πεῖ­ο μιᾶς δή­θεν ἀ­θώ­ας καί εὐ­ερ­γε­τι­κῆς με­θό­δου χα­λά­ρω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που, κρύ­βε­ται ἕ­να ξε­χω­ρι­στό θρη­σκευ­τι­κό σύ­στη­μα ἰνδουιστικῆς προέλευσης.

*

Ἡ λέ­ξη «γι­όγ­κα» εἶ­ναι ἀ­πό τούς πιό πο­λυ­σή­μαν­τους ὅ­ρους τοῦ ἰν­δι­κοῦ λε­ξι­λο­γί­ου. Ση­μαί­νει ζεύ­ξη, ἕ­νω­ση, σύν­δε­ση, ἄ­σκη­ση. Μέ τόν ὅ­ρο «γι­όγ­κα» νο­οῦν­ται σω­μα­τι­κές, πνευ­μα­τι­κές καί νο­η­τι­κές πρα­κτι­κές, πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τήν ἀρ­χαί­α Ἰν­δί­α. Ἐπιδίωξη αὐ­τῶν τῶν πρα­κτι­κῶν, σύμ­φω­να μέ τούς ὑ­πο­στη­ρι­κτές της, εἶ­ναι ἡ ἐ­πί­τευ­ξη μιᾶς μό­νι­μης εἰ­ρή­νης τοῦ νοῦ. Ἐπί­σης, ἡ γι­όγ­κα ἐ­πι­δι­ώ­κει μέ­σω τοῦ δι­α­λο­γι­σμοῦ τήν ἕ­νω­ση τῆς ψυ­χῆς μέ τόν θε­ό. Τόν θε­ό, βέ­βαι­α, ὅ­πως τόν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ἡ ἰν­δου­ι­στι­κή θρη­σκεί­α. Γι­όγ­κα εἶ­ναι ἡ ζεύ­ξη μέ τό ἄ­πει­ρο, μέ τό ἀ­πό­λυ­το, μέ τό αἰ­ώ­νιο ἐ­γώ.

Ἡ γι­όγ­κα σή­με­ρα προ­πα­γαν­δί­ζε­ται μέ κά­θε τρό­πο. Ἀ­πό τό δι­α­δί­κτυ­ο, τά μέ­σα ἐνη­μέ­ρω­σης, δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα, ὀρ­γα­νώ­σεις, σχο­λές. Εἶ­ναι γε­γο­νός πώς τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πα­ρα­τη­ρεῖται στήν πα­τρί­δα μας μί­α συ­νε­χής αὔ­ξη­ση δι­α­φό­ρων κέν­τρων τῆς γι­όγ­κα. Οἱ γνώ­σεις ὅ­μως γι᾽ αὐ­τή εἶ­ναι γε­νι­κές καί συγ­κε­χυ­μέ­νες. Ὅ­λοι τήν πα­ρου­σιά­ζουν ὡς ἕ­να τρό­πο γυ­μνα­στι­κῆς. Ὡς πρα­κτι­κή χα­λά­ρω­σης καί εὐ­ε­ξί­ας.

Πράγ­μα­τι, πολ­λά γυ­μνα­στή­ρια, ἰν­στι­τού­τα ὀμορφιᾶς, σχο­λές χο­ροῦ ἀ­κό­μα καί Δῆμοι καί πολιτιστικά σωματεῖα, ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λά­βει στά προ­γράμ­μα­τά τους τή μέ­θο­δο τῆς γι­όγ­κα, ἀ­γνο­ών­τας σέ ἀρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις τί πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι. Τό λυ­πη­ρό εἶ­ναι πώς οἱ τε­χνι­κές αὐ­τές, ὡς μέ­θο­δοι γυ­μνα­στι­κῶν ἀσκή­σε­ων, φι­λο­δο­ξοῦν νά εἰ­σχω­ρή­σουν ἀ­κό­μα καί στά σχο­λεῖ­α τῆς πρω­το­βάθ­μιας καί δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης.

*

Οἱ ὑ­πο­στη­ρι­κτές τῶν γυ­μνα­στι­κῶν αὐ­τῶν με­θό­δων, γιά νά τίς κά­νουν εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀποδε­κτές ἀπό τόν μέ­σο Ἕλ­λη­να πο­λί­τη, τίς ἀ­πο­χρω­μα­τί­ζουν θρη­σκευ­τι­κά. Βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι ἡ γι­όγ­κα οὔ­τε εἶχε οὔ­τε ἔχει ἰν­δου­ι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Λέ­νε πώς εἶ­ναι «ἐ­πι­στή­μη», «ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ἄ­σκη­ση», «πνευ­μα­τι­κή ἐπί­γνω­ση».

Γε­νι­κά ἡ γι­όγ­κα δι­α­φη­μί­ζε­ται καί προ­βάλ­λε­ται:

  • Ὡς εἶ­δος γυ­μνα­στι­κῆς μέ πολ­λα­πλά σω­μα­τι­κά ὀ­φέ­λη.
  • Ὡς πρα­κτι­κή ἐν­τε­λῶς ἀ­κίν­δυ­νη γιά τόν ἄν­θρω­πο.

–   Ὡς μέ­θο­δος πού δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μέ τή θρη­σκεί­α τοῦ Ἰν­δου­ι­σμοῦ. Τό τε­λευ­ταῖ­ο ση­μαί­νει, πώς στό σύ­στη­μα τῆς γι­όγ­κα μπο­ρεῖ νά συμ­με­τέχει ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, ἀ­κό­μα καί ἕ­νας συ­νει­δη­τός ὀρθόδοξος Χρι­στια­νός.

Ἰ­σχύ­ει, ὅ­μως, ὅ­τι ἡ γι­όγ­κα εἶ­ναι μό­νο γυ­μνα­στι­κή; Ὅ­τι τά ἀπο­τε­λέ­σμα­τά της εἶ­ναι ἡ ψυ­χο­σω­μα­τι­κή εὐ­ε­ξί­α, ἡ ἀ­παλ­λα­γή ἀπό τό στρές, ἡ ἐν­δυ­νά­μω­ση τοῦ ἀ­νο­σο­ποι­η­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ἡ βελ­τί­ω­ση τῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας τοῦ αἵ­μα­τος καί πολ­λά ἄλ­λα; Ὄ­χι!

*

Ἡ γι­όγ­κα, ὅ­σο καί ἄν κά­ποι­οι δέν θέ­λουν νά τό ὁ­μο­λο­γή­σουν, ἔ­χει ξεκάθαρα θρη­σκευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ὁ προ­σα­να­το­λι­σμός τῆς ἰν­δι­κῆς αὐ­τῆς τε­χνι­κῆς ἦ­ταν, εἶ­ναι καί θά εἶ­ναι θρη­σκευ­τι­κός.

Προ­ϋ­πο­θέ­τει πί­στη σέ ξέ­νες θε­ό­τη­τες. Ὁ ὅ­ρος γι­όγ­κα συν­δέ­ε­ται, σύμ­φω­να μέ τήν ἰν­δου­ι­στι­κή θρη­σκεί­α, μέ τόν Βράχ­μα. Ὁ Βράχ­μα εἶ­ναι μία ἀ­πρό­σω­πη θε­ϊ­κή οὐ­σί­α πού βρί­σκε­ται παν­τοῦ καί εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη σέ ὅ­λα. Ἡ φι­λο­σο­φί­α τῆς γι­όγ­κα δι­δά­σκει πώς ὅ­λα εἶ­ναι θε­ός (παν­θε­ϊ­σμός), ἀ­κό­μα καί ὁ ἄν­θρω­πος. Τό πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ἡ ἄ­γνοι­α, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α θά λυ­τρω­θεῖ ὅ­ταν φτά­σει, με­τά ἀ­πό ἔν­το­νη ἀ­το­μι­κή προ­σπά­θεια, στήν αὐ­το­φώ­τι­ση.

Ὑ­πό­σχε­ται τήν αὐτο­θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Μιά αὐ­το­θέ­ω­ση πού βα­σί­ζε­ται πά­νω στήν κα­τα­στρο­φι­κή ἁ­μαρ­τί­α τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ. Κά­θε ἄλ­λο πα­ρά τυ­χαῖ­ο εἶναι ὅ­τι οἱ πρα­κτι­κές τῆς γι­όγ­κα ἔ­χουν ὡς πρῶτο συν­θε­τι­κό τους τό «αὐ­τό-­»: «αὐ­τε­νέρ­γεια», «αὐ­το­λύ­τρω­ση», «αὐ­το­πραγ­μά­τω­ση», κ.λπ.

Χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἱ­ε­ρά ἰν­δι­κά κεί­με­να, ὅ­πως τίς Βέ­δες, τίς Οὐ­πα­νι­σά­δες, τίς Που­ρά­νες κ.ἄ. Ὁ «δά­σκα­λος»-γκου­ροῦ, μέ τή βο­ή­θεια τῶν κει­μέ­νων αὐ­τῶν, ἐ­πι­δι­ώ­κει νά μυ­ή­σει ἐ­κεί­νους πού  ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τή γι­όγ­κα στό νά βι­ώ­σουν τίς θε­ω­ρί­ες γιά τόν νό­μο τοῦ κάρ­μα. Τό κάρ­μα κα­θο­ρί­ζει τόν κύ­κλο τῶν με­τεν­σαρ­κώ­σε­ων. Ὁ τε­λι­κός στό­χος εἶ­ναι ἡ λύ­τρω­ση ἀ­πό τόν συ­νε­χῆ αὐ­τό κύ­κλο. Ἡ λύ­τρω­ση αὐτή πραγ­μα­το­ποι­εῖται μέ τήν ἐκ­μη­δέ­νι­ση τοῦ προ­σώ­που καί τή σύν­δε­σή του μέ τό Ἀ­πό­λυ­το.

*

Κα­τό­πιν αὐ­τῶν, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε πώς ἡ γι­όγ­κα εἶ­ναι ἕνα θρη­σκευ­τι­κό σύ­στη­μα μέ δι­κή του θε­ο­λο­γί­α, ἀν­θρω­πο­λο­γία καί κο­σμο­θε­ω­ρί­α. Ἔ­χει, δη­λα­δή, αὐ­τό­νο­μη δι­δα­σκα­λί­α γιά τά βα­σι­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα τῆς ζω­ῆς, τί εἶ­ναι ὁ θε­ός, τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος, τί εἶ­ναι ὁ κό­σμος. Δι­δα­σκα­λί­α, ὅ­μως, ἀν­τί­θε­τη μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη χρι­στι­α­νι­κή πί­στη.

Στή χρι­στι­α­νι­κή πίστη ὁ Θε­ός εἶ­ναι συγ­κε­κρι­μέ­νη Ὕ­παρ­ξη. Εἶ­ναι Ἕ­νας καί Τρι­α­δι­κός. Ἔ­χει μί­α οὐ­σί­α (φύ­ση) καί τρί­α Πρό­σω­πα. Τά τρί­α Πρό­σω­πα εἶ­ναι ὁ Πα­τέ­ρας, ὁ Υἱ­ός καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Ἔ­χουν τήν ἴ­δια δύ­να­μη καί κοι­νή θεί­α οὐσί­α.

Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἄ­κτι­στος καί ἡ δη­μι­ουρ­γί­α Του κτι­στή. Ὁ Δη­μι­ουρ­γός δι­α­κρί­νε­ται σα­φῶς ἀ­πό ὅ­λα τά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα. Κο­ρυ­φαῖ­ο δη­μι­ούρ­γη­μα τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ εἶναι ὁ ἄν­θρω­πος.

Ὁ ἄν­θρω­πος, δι­α­γρά­φον­τας μί­α εὐ­θύ­γραμ­μη πο­ρεί­α σέ αὐ­τόν ἐ­δῶ τόν κό­σμο, ἀ­γω­νί­ζε­ται μέ τίς με­θό­δους τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζωῆς καί ἀ­σκή­σε­ως νά λυ­τρω­θεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἔ­τσι θά «μοιά­σει» μέ τό ἀρ­χέ­τυ­πο πρό­τυ­πό του πού εἶ­ναι ὁ Θε­ός. Ὁ Θε­ός ὅ­πως μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε στό πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου μας    Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ ἀ­γώ­νας αὐ­τός τῆς ἀ­σκή­σε­ως ὁ­δη­γεῖ στήν ἕ­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, τή θέ­ω­ση, πού δέν εἶ­ναι ἐ­πι­βρά­βευ­ση τῆς ἀ­το­μι­κῆς του προ­σπά­θειας, ἀλ­λά δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ. Θέ­ω­ση δέν ση­μαί­νει ἐκ­μη­δέ­νι­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ἀλ­λά δι­α­τή­ρη­ση ὅλων τῶν προ­σω­πι­κῶν γνω­ρι­σμά­των, ψυ­χι­κῶν καί σω­μα­τι­κῶν.

*

Νο­μο­θέ­της τῆς ἀ­σκή­σε­ως στόν Χρι­στι­α­νι­σμό εἶναι ὁ ἴ­διος ὁ Ἀρ­χη­γός τῆς πί­στε­ώς μας Χρι­στός. Μορ­φές πρακτικῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­σκή­σε­ως δέν εἶ­ναι ἡ γυ­μνα­στι­κή, ἡ ρύθ­μι­ση τῆς ἀ­να­πνοῆς καί ὁ ἔ­λεγ­χος τοῦ σώ­μα­τος. Εἶ­ναι ἡ νη­στεί­α, ἡ προ­σευ­χή, οἱ με­τά­νοι­ες. Καί ὄ­χι μό­νο. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­ρίζωση τοῦ «ἰ­δί­ου θε­λή­μα­τος», ἡ συν­τρι­βή τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ, ἡ τα­πεί­νω­ση, ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη πρός τόν πλη­σί­ον.

Εἶ­ναι ἀκόμη ἡ με­λέ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, ἡ ἐμ­προ­ϋ­πό­θε­τη συμ­με­το­χή στά Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί κυ­ρί­ως σέ ἐ­κεί­να τῆς Ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης καί τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας. Ὅ­λα αὐ­τά ὑ­πό τήν κα­θο­δή­γη­ση, ὄ­χι κά­ποι­ου «δα­σκά­λου»-γκου­ροῦ, ἀλ­λά τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως-Πνευ­μα­τι­κοῦ.

Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέρ­θη­καν γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ἡ γι­όγ­κα δέν συμ­βι­βά­ζε­ται μέ τήν Ὀρ­θό­δο­ξη χρι­στι­α­νι­κή πί­στη μας.

Χρι­στι­α­νι­σμός καί γι­όγ­κα εἶ­ναι δύ­ο ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κοί δρό­μοι. Με­τα­ξύ τους ὑ­πάρ­χουν μό­νο δι­α­φο­ρές καί κα­μί­α ὁ­μοι­ό­τη­τα. Ὅ­σοι ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τό ἀν­τί­θε­το πλα­νῶν­ται ἤ σκό­πι­μα πα­ρα­πλα­νοῦν.

Ἐ­κεῖ­νος πού θέ­λει, ὄ­χι μό­νο νά ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀλ­λά καί νά εἶ­ναι Χρι­στια­νός, εἶ­ναι ἀ­νε­πί­τρε­πτο νά ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τή γι­όγ­κα, ἀ­κό­μα καί στήν πιό «ἀ­θώ­α» της ἐκ­δο­χή. Μό­νο μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τήν κι­βω­τό τῆς σω­τη­ρί­ας, μπο­ρεῖ νά ζή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τήν ἀ­λη­θι­νή ζω­ή, λα­τρεύ­ον­τας τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί ε­πι­δι­ώ­κον­τας μέ τόν πνευ­μα­τι­κό του ἀ­γώ­να τήν ἕ­νω­ση μα­ζί Του.