Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός οι εκ Ρώμης

(ημέρα μνήμης η 1η Ιουλίου)

 

Οι δύο αυτοί Άγιοι, Κοσμάς και Δαμιανός,[1] έζησαν περί το 284 στην Ρώμη κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Καρίνου. Αδελφοί κατά σάρκα, πολύ περισσότερο δε κατά την πίστη και το κοινό φρόνημα, διαλάμποντας μέσα στο σκότος της ειδωλολατρικής πλάνης δια των αρετών και των ανδραγαθημάτων τους, άνοιξαν έναν δρόμο προς τον ουρανό, καθιστώντας εαυτούς οικονόμους της θείας ευσπλαγχνίας. Μοίραζαν αφειδώς όλα τα υπάρχοντά τους με γενναιοδωρία, διδάχθηκαν την ιατρική από έναν ειδωλολάτρη περίφημο στην επιστήμη του Ιπποκράτη και του Γαληνού, με σκοπό να τεθούν κατά το παράδειγμα του φιλανθρώπου Σωτήρος στην υπηρεσία των ανθρώπων που υπέφεραν. Χρησιμοποιούσαν τα φάρμακα και τις ιατρικές περιθάλψεις μάλλον ως πρόσχημα και στην πραγματικότητα θεράπευαν όλα τα νοσήματα των ανθρώπων, όπως και των ζώων, με την επίκληση του ονόματος του Χριστού, του Ιατρού των ψυχών και των σωμάτων, ο οποίος τάς σθενείας μν λαβεν καί τάς νόσους βάστασεν (Ματθ. 8, 17). Αρνούμενοι να λάβουν χρήματα ή προσφορές οποιουδήποτε είδους, προσέφεραν ως αντίτιμο της ιάσεως των σωμάτων την πίστη στο χορηγό της αιώνιας σωτηρίας Χριστό.

Καθώς η φήμη τους απλώθηκε στα πέρατα, άνθρωποι από όλον τον κόσμο προσέρχονταν να τους βρουν στο χωριό όπου διέμεναν κοντά στην Ρώμη, για να ζητήσουν τις προσευχές τους· και όσοι θεραπεύονταν από αυτούς επέστρεφαν στο σπίτι τους φωτισμένοι από την πίστη, διακηρύσσοντας την ευσπλαγχνία του Θεού. Η φήμη αυτή γέννησε ωστόσο τον φθόνο και το μίσος των πιο φανατικών ειδωλολατρών της περιοχής, οι οποίοι έσπευσαν να τους καταγγείλουν στον αυτοκράτορα. Με το επιχείρημα ότι η επιτυχία των Αγίων έθετε σε κίνδυνο τη λατρεία των θεών που προστάτευαν την αυτοκρατορική εξουσία, τους κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούσαν μαγικές επωδούς για να διαδίδουν την χριστιανική θρησκεία.

Ο μονάρχης ανησύχησε από τα λόγια αυτά και έστειλε στρατιώτες να τους αναζητήσουν στον τόπο όπου συνήθως θεράπευαν τους ασθενείς. Οι ντόπιοι κάτοικοι όμως, έγκαιρα προειδοποιημένοι, πήραν τους Αγίους και τους έκρυψαν σε σπήλαιο κρυμμένο μέσα στα βουνά, όπου παρέμειναν πολλές ημέρες, τρεφόμενοι μόνο με τις αδιάλειπτες προσευχές και τους ύμνους που ανέπεμπαν στον Θεό. Εν τῳ μεταξύ, οι στρατιώτες προκειμένου να μην επιστρέψουν άπρακτοι και φοβούμενοι να παρουσιαστούν με άδεια χέρια στο παλάτι, συνέλαβαν άνδρες και γυναίκες ευγενικής καταγωγής, τους έδεσαν και τους οδήγησαν στη Ρώμη.

Όταν οι Άγιοι Ανάργυροι έμαθαν το νέο αυτό θεώρησαν απαράδεκτο να υποστούν κακομεταχείριση άλλοι άνθρωποι στη θέση τους και οι ίδιοι να στερηθούν τη δόξα του μαρτυρίου που επιθυμούσαν. Απωθώντας με αποφασιστικότητα όσους ήθελαν με κλαυθμούς και οδυρμούς να συγκρατήσουν τους γιατρούς και διδασκάλους τους, έσπευσαν να προφθάσουν την συνοδεία. Αφού περπάτησαν νύχτα και μέρα, μόλις διέκριναν τους στρατιώτες φώναξαν: «Είμαστε ο Κοσμάς και ο Δαμιανός, αυτοί που γυρεύετε. Αφήστε ελεύθερους αυτούς που συλλάβατε στη θέση μας και οδηγήστε μας όπου θέλετε!»

Κατάπληκτοι οι στρατιώτες υπάκουσαν και την επόμενη ημέρα τους οδήγησαν στον αυτοκράτορα διηγούμενοι όσα συνέβησαν. Καθισμένος σε υψηλό θρόνο, εν μέσω πολυπληθούς συνάξεως, ο Καρίνος πρόσταξε να παρουσιαστούν οι Άγιοι και τους είπε: «Εσείς είστε που απορρίπτετε τους θεούς και όσους τους λατρεύουν και αποδίδετε τις θεραπείες σας με μαγικά μέσα σε έναν κακοποιό λεγόμενο Χριστό, που θανατώθηκε με βίαιο τρόπο;» Ατάραχοι και πλήρεις παρρησίας οι Άγιοι αποκρίθηκαν: «Δεν είμαστε ούτε αγύρτες ούτε μάγοι, ω Αυτοκράτορα, γιατί εκεί βρίσκεται το έργο των δαιμόνων, αλλά έχοντας αναγνωρίσει ότι Εκείνος τον οποίο αποκαλείς νεκρό Ιησού είναι ο μόνος αληθινός Θεός που ήλθε να πάθει εκουσίως, προκειμένου να μας χορηγήσει την αιώνια ζωή δια της Αναστάσεώς Του μετά την τριήμερο ταφή Του, αποστραφήκαμε τη μάταιη λατρεία των ειδώλων και τα νεκρά πράγματα για να αφιερωθούμε στον ζώντα Θεό. Στο όνομά του θεραπεύεται κάθε αρρώστια και οι δαίμονες φεύγουν ανίσχυροι. Δωρεάν θεραπεύουμε, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου ημών που μας συνέστησε να δίδουμε δωρεάν ό,τι δωρεάν ελάβαμε από αυτόν (Ματθ. 10, 9). Αυτή είναι η επιστήμη μας και αυτό το φάρμακο των χριστιανών που θεραπεύει και σώζει».

Ο ηγεμόνας εξοργισμένος τους διέταξε με απειλή φοβερών τιμωριών να υποταχθούν στην προγονική θρησκεία των Ρωμαίων, σύμφωνα με την οποία οι θεοί είναι εκείνοι που διδάσκουν τις επιστήμες και τις τέχνες στους ανθρώπους, και κυρίως ο μέγας Ασκληπιός, που προΐσταται σε κάθε θεραπεία. Οι Άγιοι του αποκρίθηκαν: «Είμαστε έτοιμοι να υπομείνουμε για τον Χριστό, τον αληθινό Θεό, όσες τιμωρίες μπορείς να επινοήσεις, διότι αντί γι’ αυτές ο Θεός μας προσφέρει ατελευτήτους απολαύσεις. Και όπως σε μία γιορτή οινοχοούν στους συνδαιτυμόνες το ποτό της βραδιάς, δώσε μας εκτός του θανάτου για τον Χριστό κάποια από τα πάθη που Εκείνος υπέστη για μας. Όσο για σένα, αφού δε θέλησες να μάθεις με τη λογική αυτό που αφορά την Αλήθεια, να ξέρεις ότι η στρεβλή διάνοιά σου θα το μάθει σύντομα στην πράξη».

Ένα εξαιρετικά βίαιο ρίγος διέτρεξε όλο το σώμα του αυτοκράτορα και ευθύς, σαν να συντρίβονταν οι σπόνδυλοί του, το πρόσωπό του στράφηκε πίσω, ανίκανο να γυρίσει αριστερά ή δεξιά. Η ομήγυρη έκθαμβη αναφώνησε: «Μέγας Θεός, ο Χριστός!» Και ο ίδιος ο αυτοκράτορας, απαρνούμενος την αλαζονεία του, έβγαλε τον πορφυρό μανδύα και ρίχνοντάς τον στους Αγίους τους ικέτευσε να παρέμβουν για χάρη του. Καθώς εκείνοι του απάντησαν ότι μόνον η πίστη και η ομολογία του Χριστού ως Θεού μπορούσαν να τον θεραπεύσουν, αναφώνησε: «Πιστεύω σε σένα, Χριστέ, και ομολογώ ότι είσαι Θεός αληθινός!» Μόλις οι Άγιοι Ανάργυροι απέθεσαν τα χέρια πάνω του προσευχόμενοι, ο αυχένας του επανήλθε και η θεραπεία του ηγεμόνα στερέωσε στην πίστη όλους τους παρευρισκομένους. Λίγο αργότερα ο Καρίνος διέταξε την καταστροφή των ειδωλείων και την ανέγερση ναών στο όνομα του Χριστού, κάλεσε δε τους υπηκόους του να ασπαστούν την Πίστη, τόσο στην Ρώμη όσο και στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία. Κατόπιν, καλώντας τον επίσκοπο Φήλικα[2] δήλωσε ότι θέλει να λάβει το άγιο Βάπτισμα. Όσο για τους αγίους Αναργύρους, αφού αρνήθηκαν ως συνήθως το χρυσάφι και τα πλούτη που τους προσέφερε ο αυτοκράτορας, επέστρεψαν εν ειρήνη στην κατοικία τους, εξαιρετικά τιμώμενοι από όλους.

Ο ειδωλολάτρης δάσκαλός τους δυσπιστώντας στην πάγκοινη φήμη για τους δύο αδελφούς που συνέχιζαν να επιτελούν αναρίθμητες θεραπείες, βυσσοδομούσε εναντίον τους με δολοφονικές σκέψεις, ενώ υποκρινόταν απέναντί τους στοργικά αισθήματα. Όταν ήρθε ο καιρός να μαζέψει ιατρικά βότανα στο βουνό, σε τόπους απόκρημνους και δυσπρόσιτους, γνωστούς μόνο σ’ αυτόν, πρότεινε στους δύο μαθητές του να τον συντροφεύσουν. Αθώοι και με αγνή καρδιά οι νέοι τον ακολούθησαν, όπως παλαιά ο Ισαάκ για να θυσιασθεί από τον πατέρα του (Γεν. 22). Αφού τους χώρισε για να μαζέψουν βότανα σε διαφορετικά μέρη, ο αχρείος γιατρός σήκωσε με τα δυο του χέρια μια βαρειά πέτρα και από το ύψος ενός ακρωτηρίου συνέτριψε το κεφάλι ενός των αδελφών, κατόπιν δε ορμώμενος από δαιμονική λύσσα έτρεξε προς τον δεύτερο και τον λιθοβόλησε συντρίβοντας τα οστά του. Έσκαψε ύστερα λάκκο και έκρυψε τα σκηνώματα των δυο αγίων μαρτύρων και επέστρεψε στο χωριό διαδίδοντας ότι οι δύο αδελφοί αποσύρθηκαν για να αφιερωθούν στον Θεό για κάποιο διάστημα. Πολύ σύντομα οι κάτοικοι διαπίστωσαν ότι η απουσία τους ήταν δυσβάσταχτη και ξεκίνησαν προς αναζήτησή τους στο βουνό. Στον δρόμο συνάντησαν ανθρώπους που μόλις είχαν απελευθερωθεί από ακάθαρτα δαιμόνια με τη βοήθεια θεϊκής δυνάμεως. Οδηγήθηκαν από αυτούς στον τόπο όπου είχε λάβει χώρα το θαύμα αυτό και αφού τον καθάρισαν, βρήκαν τα θαμμένα σώματα. Αφού τα εκταφίασαν με ευλάβεια, έγινε η μετακομιδή τους εν μέσω ευχαριστήριων ψαλμών και ύμνων και κατατέθηκαν στον ίδιο τάφο. Έκτοτε οι άγιοι Ανάργυροι δεν έπαυσαν να επιτελούν πλήθος θαυμάτων: άλλοι έβρισκαν ίαση τιμώντας τα τίμιά τους λείψανα, σε άλλους φανερώνονταν σε όραμα και για άλλους έφθανε και μόνο η επίκληση του ονόματός τους για να εξασφαλίσουν την ίασή τους.

Πηγ:

Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Διασκευή Ξενοφών Κομνηνός), τομ. ΙΑ΄, Ίνδικτος, Αθήνα: 2008, σ. 9-12.

[1] Η αγιολογική παράδοση τούς διακρίνει από τούς ομωνύμους τους που μνημονεύονται την 1η Νοεμβρίου και την 17η Οκτωβρίου. Φαίνεται όμως ότι η εξάπλωση της τιμής των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού των Σύρων, η οποία από την Κύπρο διαδόθηκε γρήγορα στην Κωνσταντινούπολη και στην Ρώμη, στάθηκε η αρχική αιτία της διάκρισης αυτής. Η τιμή τους στην Ρώμη φέρεται να έλκει την καταγωγή της από την ίδρυση ναού αφιερωμένου στους Αγίους Αναργύρους, κοντά στην βασιλική της Σάντα Μαρία Ματζόρε, από τον πάπα Σύμμαχο, περί το 498-514. Το σημείωμα αυτό συντάχθηκε με βάση το ελληνικό Μαρτύριον, συμπληρωμένο από την εκδοχή του Ιωάννη Ξιφιλίνου που σώζεται στα γεωργιανά, κείμενα που εκδόθηκαν προσφάτως και μεταφράστηκαν στα γαλλικά.

[2] Ο Φήλιξ Α΄ χρημάτισε πάπας Ρώμης από το 269 έως το 274, ενώ ο Καρίνος βασίλευσε από το 283 έως το 284. Ίσως πρόκειται για την ανάμνηση της ενέργειας του Φήλικα Δ΄ (526-530) να μετατρέψει τον ναό που βρισκόταν στη Via Sacra σε εκκλησία των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού.